• Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Γιορτές
  • Οι πράσινες..."παπούδες" της άνοιξης..

    Τι πιο όμορφο από το να ανοίξεις την πόρτα σου το πρωί και να βρεις στην αυλόπορτα κρεμασμένη μαεστρικά μία σακούλα με φρέσκα ολόδροσα ανοιξιάτικα κουκιά.

    Οι καρποί αυτοί είναι τόσο δελεαστικοί έτσι όπως καλοθρεμμένοι φουσκώνουν μαζί με τις παπούδες τους εντός της σακούλας που το μυαλό φτιάχνει αμέσως εικόνες ενώ ο ουρανίσκος ορέγεται τη γεύση τους συνδυασμένη μοναδικά με μυρωδικά βγαλμένα εξίσου από την αυλή όπως ο άνηθος και ο μάλαθρος…Μην παραλειφθεί  η γλυκιά και βελούδινη υφή του φρέσκου κρεμμυδιού…Κατά τα άλλα είτε μεριμνήσει για σας ο καλός σας γείτονας είτε ο κήπος σας σας προσφέρει κάθε χρόνο τέτοια εποχή το ευλογημένο αυτό όσπριο το σίγουρο είναι ότι το τραπέζι σας εφοδιάζεται με ένα επιπλέον υλικό το οποίο αποτελεί τόσο πρώτης τάξεως μεζέ όσο και ένα θρεπτικότατο κυρίως πιάτο…

    Για την ιστορία έχει γραφτεί ότι τα κουκιά ήταν βασική τροφή των αρχαίων, από την εποχή της ακμής της Αιγύπτου. Είναι ένα από τα αρχαιότερα όσπρια, με καλλιέργεια που χρονολογείται 5000 περίπου χρόνια πριν. Ήταν το μοναδικό “φασόλι” της Μεσογείου, μιας και όλα τα υπόλοιπα είδη φασολιών αποτέλεσαν μαζί με την Αμερική μία εξίσου ανακάλυψη του Κολόμβου. Οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί στα κιτάπια του φιλόσοφου Πορφύριου αναφέρουν ότι κάποτε οι Πυθαγόρειοι έθαψαν ένα τσουκάλι με κουκιά, κι όταν το ξέθαψαν, τα κουκιά είχαν πάρει το σχήμα γυναικείου γεννητικού οργάνου. Ο εκ Σάμου φιλόσοφος Πυθαγόρας όντας από τους πρώτους χορτοφάγους της αρχαιότητας και οι οπαδοί του αρνιούνταν να φάνε  κουκιά. Λέγεται ότι οι ρίζες του φυτού φτάνουν μέχρι τον Κάτω Κόσμο και επικοινωνούν με τους νεκρούς. Μάλιστα στην Ιταλία τα Ψυχοσάββατα, ακόμα και σήμερα, φτιάχνουν τη λεγόμενη «fava de morti» δηλαδή «κουκιά για τους νεκρούς» όπως αντίστοιχα στην Ελλάδα κάνουν κόλλυβα.
    Όσον αφορά τη διατροφική τους αξία οι αγαπημένες γλυκιές «παπούδες της άνοιξης» παρουσιάζουν υψηλές συγκεντρώσεις ενός αμινοξέος που λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής στον εγκέφαλο. Είναι πλούσια σε φυτικές ίνες  και σε φωσφόρο, το οποίο είναι απαραίτητο για το σχηματισμό υγιών οστών και δοντιών. Επιπλέον, βοηθά το σώμα να χρησιμοποιήσει τις βιταμίνες. Η μεγάλη ποσότητα καλίου που περιέχεται στα κουκιά βοηθάει στη διατήρηση της πίεσης του αίματος και στη ρύθμιση της καρδιακής λειτουργίας. Αποτελούν και μία επιπλέον δυνατή πηγή Βιταμίνης Α.
    Πέραν του ότι υπάρχει και μιμητικός χορός  στη Λέσβο που αποκαλείται «κουκιά» ενώ οι πράσινοι αυτοί καρποί συνοδεύουν κάθε Πρωτομαγιά και το αντίστοιχο στεφάνι φιγουράροντας  κρεμασμένα με ένα πιρούνι σε κάθε πόρτα για να ξορκιστεί το κακό μάτι, σχεδόν σε κάθε αυλή η άνοιξη φέρνει το μαντάτο του ερχομού της μέσα από τις ολάνθιστες και κατόπιν βαρυφορτωμένες κουκιές. Τα αποκαλούμενα «κτσα» με βάση την τοπική διάλεκτο δεν λείπουν από κανένα σπίτι ή ταβέρνα αποτελώντας ένα επιπλέον δείγμα της αφθονίας της γης του νησιού. Στην ξερή τους μορφή αποτελούν ένα από τα αγαπημένα συνοδευτικά της ουζοκατάνυξης και τρώγονται με ντόπιο ελαιόλαδο και μπόλικη ρίγανη. Φυσικά η φάβα που προκύπτει με ειδική διαδικασία είναι εξίσου μία μοναδική γευστική επιλογή.  Γενικά πάντως οι συνδυασμοί για το μαγείρεμα τους είναι πολλοί και κυρίως γευστικότατοι. Άλλωστε η παράδοση σε συνδυασμό με την πλούσια φαντασία κάθε νοικοκυράς του νησιού κάνουν την κουζίνα να μοσχοβολάει και πάλι ενώ τα πιάτα αδειάζουν σχεδόν μόλις γεμίζουν..

    «Κ’ τσα Τσι ‘Λιες» (Κουκιά και Ελιές)

     

    Παρακάτω ακολουθεί και μία ιστορία που έχει σχέση με τα κουκιά όπως την αναδημοσιεύουμε από το περιοδικό «Πλωμαρίτικοι Αντίλαλοι» με την υπογραφή «Κλεάνθη»:

    Της κυρά Μαριγώς ο άντρας, νοικοκύρης άνθρωπος, όπως οι πιο πολλοί στο χωριό, ήταν καφετζής στο επάγγελμα, αλλά είχε και τα κτηματάκια του με ελιές που εκτός από το λάδι του σπιτιού, του άφηναν κι ένα μικρό εισόδημα για ώρα ανάγκης. Το χειμώνα, στη “μαξουλοχρονιά’’, έκλεινε την ημέρα το καφενέ του, φόρτωνε τα σύνεργά του, καλαθίδες, τσουβάλια, και ότι άλλο χρειαζόταν, στον γαϊδουράκο του και παρέα με την γυναίκα του, πήγαινε για το “λιομάζωμα’’.
    Το απόγευμα ξεφόρτωναν τις ελιές στο λιοτρίβι, “στα κελιά’’ και στη συνέχεια άνοιγε τον καφενέ του για να περιποιηθεί τους πελάτες του, προσφέροντάς τους ένα ζεστό μερακλίδικο καφέ, μιά καυτή φουσκουμ’λιά ή σουμάδα και κάπου – κάπου κανά ρακί ή κονιάκ με ζαβλαπίδες [στραγάλια].
    Αυτό το βάσανο από νύχτα σε νύχτα κρατούσε όλους σχεδόν τους χειμωνιάτικους μήνες, μιάς και τότε ούτε αυτοκίνητα υπήρχαν, ούτε δρόμοι αγροτικοί και ο αργοκίνητος γάιδαρος, αλλά και οι άνθρωποι χρειάζονταν αρκετές ώρες για να πάνε και να ’ρθούνε απ’ τα κτήματά τους. Η κυρά Μαριγώ, εκείνη την περίοδο άφηνε τις δουλειές του σπιτιού στη μοναχοκόρη της, το Λενιώ. Σαν μοναχοπαίδι όμως ήταν λίγο παραχαϊδεμένη και κακομαθημένη και γι’ αυτό όλο και κάτι θ’ άφηνε μισοτελειωμένο, γιατί τάχα δεν πρόφθανε ή δεν ήξερε να το κάνει, αλλά μάλλον δεν έδινε και πολύ μεγάλη σημασία στις δουλειές του σπιτιού, γιατί δεν της πολυάρεσαν. Μια μέρα το κακό παράγινε, αφού η Λενιώ ξέχασε να πάει στη βρύση και να γεμίσει “τα κ’μάρια και τις λαγίνες’’. Όταν η μάνα της γύρισε στο σπίτι και διαπίστωσε ότι δεν είχαν νερό ούτε για να πιούνε έγινε θηρίο ανήμερο, γιατί η βρύση ήταν κάπως μακριά απ’ το σπίτι και ο κακοφωτισμένος δρόμος έκανε τη νύχτα ακόμα πιο δύσκολη τη διαδρομή.

    Περνούσαν οι μέρες και ο θυμός της δεν έλεγε να της περάσει. Σκεπτόταν συνέχεια τι μάθημα έπρεπε να της δώσει για τιμωρία. Μια μέρα που έβρεχε και δε μπορούσαν να πάνε για ελιές σκέφτηκε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία. Κατέβηκε στο κατώι, πήρε “το σοφρά” με “τα κτσά’’, που ήταν κρεμασμένος “στις πατόδιπλες’’ και βγήκε έξω στην πλακόστρωτη αυλή του σπιτιού και σκόρπισε “τα κτσά’’ γύρω – γύρω. Κατόπιν βγάζει και τα δυό “κολντιμίρια” της εξώπορτας, ανοίγει διάπλατα και τα δυό φύλλα της, για να μπαίνει μπόλικος κρύος αγέρας και αρχίζει να φωνάζει τη Λενιώ πού ακόμα κοιμόταν στο ζεστό ξυλοκρέβατό της. Κατατρομαγμένη η μικρή κατεβαίνει τις σκάλες, βλέπει τη μάνα της να κρατά μια “καλαθίδα’’ και να της λέει να τρέξει γρήγορα και να μαζέψει όλα τα “κτσά’’ απ’ την αυλή. Τρέμοντας απ’ το κρύο και το φόβο η Λενιώ έτρεξε αμέσως να εκτελέσει την εντολή της μητέρας της. Μάζεψε γρήγορα “τα κτσά’’ και έσπευσε να πάει πάλι για το κρεβάτι της.
    Τότε η μάνα της ξανασκορπά τον καρπό στην αυλή και της λέει να τα ξαναμαζέψει. Αυτό συνεχίστηκε αρκετές φορές μέχρι που το Λενιώ αποκαμωμένη και παγωμένη απ’ τη βροχή και το κρύο έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε τη μάνα της να σταματήσει το μαρτύριό της. Η κυρά Μαριγώ, που εκείνες τις στιγμές υπέφερε μαζί με τη μοναχοκόρη της, της λέει, με ύφος αυστηρό, ότι αν άλλη φορά αμελήσει για τις δουλειές του σπιτιού, τότε θ’ ακολουθήσει τους γονείς της στο κτήμα, για να μαζεύει με τον ίδιο τρόπο ελιές. Η μικρή Λενιώ κατάκοπη όπως ήταν κατάλαβε αμέσως το μάθημά της και από τότε έγινε εξαιρετική νοικοκυρά, καλή μαγείρισσα και πάντα έλαμπε το σπίτι από καθαριότητα και τάξη. Έτσι το πάθημά της έγινε μάθημα που την ακολουθούσε σ’ όλη της τη ζωή.

     

    • Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
      (4 ψήφοι)

    Προσθήκη σχολίου

    Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.




    επιστροφή στην κορυφή