• Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Γιορτές
  • Λιτανεία Αγίου Θεοδώρου (του Βαγγέλη Λαγαρή)

     ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ:

    "Το πάντιμον λείψανον του Θεοδώρου, πιστοί,

    ενδόξως τιμήσωμεν ως θησαυρών τιμαλφή,

    και πάντες βοήσωμεν:

    Σώσον εκ των κινδύνων

    τους πιστώς σε υμνούντας,

    ως πότε σύ ερρύσω

    εκ πανώλους την πόλιν

    και πάντας περιφρούρησον ταις ικεσίαις σου"

    Ο Άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώριο του Βυζαντίου. Είχε καλούς χριστιανούς γονείς, που φρόντισαν για τη χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους, αφού μάλιστα ξέρουμε θετικά ότι ο ένας αδελφός του Θεοδώρου, ο Γρηγόριος, έγινε επίσκοπος Αδριανουπόλεως.

    Μικρός ο Θεόδωρος θέλησε να γίνει ζωγράφος και γι’ αυτό ήλθε σαν μαθητής κοντά σε ξακουσμένο ζωγράφο, που δούλευε στο παλάτι του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά εκεί ποιος ξέρει τι πιέσεις δέχτηκε, ώστε λύγισε η ψυχική του αντοχή στην ηλικία που βρισκότανε, κι έτσι αλλαξοπίστησε. Δεν πέρασαν όμως πολλά χρόνια και συνήλθε. Κατάλαβε το βαρύ αμάρτημα, στο οποίο έπεσε. Αφορμή έγινε μια βαριά επιδημία, που έπεσε στην Πόλη και τον έκαμε να σκεφθεί το θάνατο, το Θεό, την ψυχή του, την άλλη ζωή. Έτσι το χαμένο πρόβατο ζήτησε το δρόμο της επιστροφής. Δραπέτευσε από τα ανάκτορα, με ξένα ρούχα. για να μη τον γνωρίσουν, με μια στάμνα στον ώμο, με μουτζουρωμένο το πρόσωπο, βγήκε από το παλάτι, κατέβηκε στη θάλασσα, εκεί βρήκε ένα χιώτικο καράβι και ήρθε, κατά θέλημα Θεού, στη Χίο, που στάθηκε γι’ αυτόν ο τόπος της ψυχικής αναγέννησης, του πνευματικού του καταρτισμού, της μεγάλης μετανοίας του και της αποφάσεως του να δώσει και τη ζωή του για το Χριστό, που άθελα κατά την παιδική του ηλικία αρνήθηκε.

    Στην Χίο που βρέθηκε έμεινε στο Μοναστήρι Αγ. Μακαρίου, και μαζί με τους καλόγερους της Μονής και διαβάζοντας αρκετά βιβλία από βίους Αγίων, πήρε την μεγάλη απόφαση. 

    «Εγώ που τον αρνήθηκα, θα πρέπει χίλιες φορές να αποθάνω, για να ξεπλύνω το αμάρτημα μου με το αίμα μου».

    Έτσι αποφάσισε να παρουσιαστεί στους Τούρκους και να μετανοήσει φανερά μπροστά τους και να τους πει ότι μετάνιωσε που έγινε Μωαμεθανός. Δεν παρουσιάστηκε στις τουρκικές αρχές της Χίου, για να μη ενοχοποιήσει όλους που βρίσκονταν στο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου. Γι’ αυτό ήρθε στη Μυτιλήνη. Τον συνόδευσε ένας μοναχός από το μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου, που παρέμεινε στη Μυτιλήνη μέχρι που μαρτύρησε ο Άγιος. Αυτός ο μορφωμένος κληρικός περιέγραψε και το μαρτύριό του.

    Ενώπιόν τους λοιπόν τους είπε ότι είμαι χριστιανός και χριστιανός θα πεθάνω ... αυτοί τον πέρασαν για τρελό και στην αρχή δεν του έδωσαν και μεγάλη σημασία, όμως ο Θεόδωρος συνέχισε να μαρτυρεί την πίστη του Χριστού και προσπάθησαν πότε με απειλές και πότε με διάφορες γλυκές υποσχέσεις να του αλλάξουν γνώμη. Ο Θεόδωρος όμως ήταν σταθερός και δυνάμωνε ο Χριστός την πίστη του. Όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να του αλλάξουν την γνώμη του, τον θανάτωσαν με απαγχονισμό  κοντά στο σημερινό Ε΄ Δημοτικό Σχολείο στην Μυτιλήνη.

    Ήταν 17 Φεβρουαρίου 1795 σε ηλικία μόλις 21 ετών.

    Έμεινε κρεμασμένος για 3 ημέρες και κατόπιν το Άγιο Λείψανο του μεταφέρθηκε και το κήδεψαν στην Παναγία της Χρυσομαλλούσας.

    Μετά 3 χρόνια όταν έκαναν την ανακομιδή των λειψάνων του είδαν με μεγάλη έκπληξη ότι το λείψανό του ήταν ανέπαφο και με μεγάλη ευλάβεια το μετέφεραν στην κρύπτη του Μητροπολιτικού Ναού όπου ήταν μέχρι το 1832.    

    Εκείνη την χρονιά μεγάλη αρρώστια μάστιζε την πόλη της Μυτιλήνης και όχι μόνο, η πανώλη δυστυχώς είχε σκοτώσει πολύ κόσμο και έτσι πολλοί κάτοικοι εγκατέλειπαν την Μυτιλήνη, δυστυχώς οι γιατροί της εποχής εκείνης δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι και οι θάνατοι ολοένα γινόταν και περισσότεροι.

    Την Α΄ Παρασκευή των Χαιρετισμών της Παναγίας εμφανίζεται ο Άγιος στον ύπνο του τότε Πρωτοσύγκελου Καλλίνικο και μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και του λέει να μαζέψει τους ανθρώπους που είχαν φύγει από την πόλη  και να βγάλουν το σκήνωμα του από την κρύπτη. Πράγματι ο Καλλίνικος πήρε την άδεια από τον Τούρκο Διοικητή, μάζεψε όσους μπόρεσε και έβγαλε το σκήνωμα του Αγίου από την κρύπτη του Ναού της Μητρόπολης. 

    Ο κόσμος γέμισε την Μητρόπολη και τους γύρω δρόμους και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν τον Άγιο. Έγινε δέηση μπροστά στο λείψανο και αμέσως μετά μια μικρή περιφορά γύρω από τον Ναό. Και αμέσως από εκείνη την ώρα κανείς δεν πέθανε από την φοβερή αρρώστια ούτε Τούρκος ούτε Έλληνας.

    Από τότε ο Άγιος Θεόδωρος έγινε ο προστάτης της Μυτιλήνης και το ιερό λείψανό του παρέμεινε μέσα στον Ναό και δεν τοποθετήθηκε ποτέ ξανά στη κρύπτη που ήτανε.

    Σε ανάμνηση του θαύματος της διάσωσης της πόλης από την πανώλη από το 1936 και με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιάκωβο του από Δυρραχίου καθιερώθηκε η περιφορά του ιερού λειψάνου να γίνετε την Γ Κυριακή μετά το Πάσχα, την Κυριακή του Παραλύτου όπως μας λέει το ημερολόγιο μας.

    Ο Άγιός μας  ας είναι πάντα ο προστάτης μας και οδηγός  στην ζωή μας. ΑΜΗΝ.

    • Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
      (4 ψήφοι)

    Προσθήκη σχολίου

    Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.




    επιστροφή στην κορυφή